Σημαίες που έμειναν στον ιστό

Οι ποδοσφαιριστές που δεν άλλαξαν ποτέ ομάδα στην καριέρα τους

 

Ο Ικέρ Κασίγιας αποχαιρέτισε πριν από λίγες ημέρες τη Ρεάλ Μαδρίτης, την εστία της οποίας υπερασπίστηκε πάνω από 17 χρόνια, κάνοντας ντεμπούτο σε ηλικία 17 χρονών σε αγώνα Τσάμπιονς Λιγκ με αντίπαλο τον Ολυμπιακό. Ο διεθνής Ισπανός τερματοφύλακας δεν θα κρεμάσει τελικά τα γάντια του στα αποδυτήρια του Σαντιάγκο Μπερναμπέου, καθώς θα συνεχίσει την καριέρα του στην πορτογαλική Πόρτο.
Στην ίδια θέση με τον Κασίγιας βρέθηκε πρόσφατα και ο Στίβεν Τζέραρντ, ο οποίος αποφάσισε να φύγει από τη Λίβερπουλ, ύστερα από μια λαμπρή καριέρα και να συνεχίσει να αγωνίζεται στα αμερικανικά γήπεδα. Ωστόσο, υπάρχουν παίκτες που αποφάσισαν να… ριζώσουν σε μια ομάδα, αγωνιζόμενη σε εκείνη μια ζωή.
Πρώτος και καλύτερος ο Πάολο Μαλντίνι, ο οποίος παρέμεινε επί… 31 χρόνια (1978-2009) στην ίδια ομάδα! Ο θρύλος της Μίλαν αποτέλεσε πρότυπο ποδοσφαιριστή και η παρουσία του στην άμυνα των «ροσονέρι» θα μείνει ανεξίτηλα στη μνήμη των απανταχού ποδοσφαιρόφιλων. Ρέκορντμαν συμμετοχών με τη Μίλαν, πήρε μέρος σε πέντε τελικές φάσεις Παγκοσμίου Κυπέλλου και αγωνίστηκε οκτώ φορές σε τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών. Η τροπαιοθήκη του είναι… γεμάτη, όπου υπάρχουν μεταξύ άλλων, 5 Champions League, 7 πρωταθλήματα, αλλά και 1 Κύπελλο Ιταλίας. Δεν είναι τυχαίο ότι η διοίκηση του μιλανέζικου συλλόγου, θέλοντας να τιμήσει την προσφορά του, αποφάσισε να αποσύρει τη φανέλα με το «3».
Ο Φρανσέσκο Τότι έχει συνδέσει το όνομά του με τη Ρόμα. Ο εμβληματικός αρχηγός ανήκει στους «Ρωμαίους» από το 1989 και συνεχίζει να αγωνίζεται έως τώρα που φθάνει αισίως τα 40 του χρόνια. Είναι επίσης ο πρώτος σε συμμετοχές στην ιστορία της Ρόμα (693 σε όλες τις διοργανώσεις), αλλά και ο πρώτος σκόρερ της (287 γκολ). Έχει κατακτήσει το πρωτάθλημα Ιταλίας, 2 Κύπελλα, όμως απουσιάζει από την τροπαιοθήκη του ένας ευρωπαϊκός τίτλος. Όσον αφορά τα ατομικά βραβεία, έχει αναδειχτεί καλύτερος παίκτης της χρονιάς του ιταλικού ποδοσφαίρου 2 φορές, πρώτος σκόρερ το 2007, ενώ κατέκτησε το χρυσό παπούτσι το 2010.
Ο Ράιαν Γκιγκς μπορεί πλέον να μην αποτελεί τη σημαία της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ εντός των γηπέδων, όμως, βρίσκεται στο πλευρό του Λουίς Φαν Χάαλ και συνεχίζει να προσφέρει στον αγαπημένο του συλλόγου. Από το 1990 στους «κόκκινους διαβόλους», ο Ουαλός άλλοτε μέσος μεγαλούργησε υπό τις οδηγίες του Σερ Άλεξ Φέργκιουσον, ενώ, όταν χρειάστηκε, ανέλαβε και το «τιμόνι» την περσινή σεζόν μετά την απόλυση του Ντέιβιντ Μόγιες. Παίκτης, προπονητής, βοηθός προπονητή...
Έπαιξε για 24 σεζόν στους «Κόκκινους Διάβολους» και μέτρησε πάνω από 1.000 συμμετοχές. Πρώτος και με διαφορά από τον δεύτερο Μπόμπι Τσάρλτον των 758 αναμετρήσεων. Από το 1987 έως το 2014 πρόσφερε πολλά στη βρετανική ομάδα και αγαπήθηκε όσο λίγοι. Πήρε 13 τίτλους στην Πρέμιερ Λιγκ, τρία Κύπελλα Αγγλίας και δύο Τσάμπιονς Λιγκ.
Ο Κάρλες Πουγιόλ έμεινε για περίπου μια εικοσαετία (1995-2014) στην Μπαρτσελόνα, αποσύρθηκε από την ενεργό δράση στο φινάλε της προπέρσινης σεζόν και παρά το γεγονός πως το τέλος ήρθε κάπως άδοξα λόγω των τραυματισμών που τον ταλαιπώρησαν, η καριέρα του ήταν σπουδαία και πλούσια σε τίτλους. Η αριθμητική παραμιλά για χάρη του Κάρλες, οι 676 συμμετοχές με την «μπλαουγκράνα» φανέλα αποδεικνύουν του λόγου το αληθές.

------------------------------
Οι αιώνιοι πιστοί στην Ελλάδα

Ο Γιώργος Κούδας, ο «Μεγαλέξανδρος» του ελληνικού ποδοσφαίρου, αγωνίστηκε ανελλιπώς στον ΠΑΟΚ από το 1963 έως το 1984. Βέβαια, το καλοκαίρι του 1966 αποκτήθηκε από τον Ολυμπιακό, χωρίς όμως να αγωνιστεί σε επίσημο παιχνίδι με τους «ερυθρόλευκους» και στη συνέχεια να επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη.
Αγωνίστηκε σε 504 αγώνες πρωταθλήματος και σημείωσε 133 γκολ, ενώ στο Κύπελλο σε 70 συμμετοχές σκόραρε 27 γκολ. Συνολικά μαζί με τους ευρωπαϊκούς αγώνες και τα φιλικά έχει αγωνιστεί 780 φορές με τη φανέλα του ΠΑΟΚ, σκοράροντας 220 τέρματα. Κατέκτησε το πρωτάθλημα Ελλάδας την περίοδο 1975-1976 και 2 Κύπελλα Ελλάδας, το 1972 και 1974.
Ο Βασίλης Χατζηπαναγής ψηφίστηκε ο καλύτερος Έλληνας ποδοσφαιριστής της 50ετίας σε ψηφοφορία που διενήργησε το 2003 η ΕΠΟ, έπαιξε στη «Μικτή Κόσμου» στις 22/7/1984 και ήταν αναμφίβολα ο κορυφαίος βιρτουόζος της μπάλας που γνώρισε η χώρα. Και όμως αυτός ο παίκτης δεν κατέκτησε ποτέ του πρωτάθλημα, παρά μόνο ένα Κύπελλο στον αλήστου μνήμης τελικός κόντρα στον Ολυμπιακό το 1976. Πιστός στον Ηρακλή σε όλη την καριέρα του παρά τις πολλές προτάσεις που είχε, δεν μπορούσε να παίξει για την Εθνική μας επειδή είχε συμμετοχές στις μικρές ομάδες της Εθνικής Σοβιετικής Ένωσης, ενώ έπαιξε μόλις ένα ευρωπαϊκό ματς, αυτό με τη Βαλένθια (0-0 στο Καυταντζόγλειο) τον Οκτώβριο του 1991 σε ηλικία 37 ετών.
Ο Στέλιος Μανωλάς ξεκίνησε από τις ακαδημίες της ΑΕΚ και για 20 σχεδόν χρόνια (1978-1998) ήταν αναντικατάστατο μέλος της ομάδας. Αγωνιζόταν στην άμυνα και φημιζόταν για το αποτελεσματικό παιχνίδι του. Συμμετείχε σε 447 αγώνες με τη φανέλα της Ένωσης από το 1978 έως το 1998. Κατέκτησε 5 πρωταθλήματα και 3 Κύπελλα Ελλάδος, ενώ το όνομά του έγινε συνώνυμο με αυτό της ΑΕΚ.