Οι θετικές και οι αρνητικές εκτιμήσεις για όσα θα συμβούν στην Ελλάδα

Με αμείωτο ενδιαφέρον παρακολουθούν οι ξένοι αναλυτές και δημοσιογράφοι την προεκλογική περίοδο στην Ελλάδα, που με αναλύσεις και δημοσιεύματά τους καταθέτουν την άποψή τους για την επόμενη (κρίσιμη) μετεκλογική ημέρα. Όλες οι εκτιμήσεις συγκλίνουν ότι η αυτοδυναμία αποτελεί μακρινό όνειρο, κάνουν λόγο για το ιδανικότερο σενάριο, που δεν είναι άλλο από τη συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας, εκφράζεται ο σκεπτικισμός για το κατά πόσο θα μπορέσει η επόμενη κυβέρνηση (όποια θα είναι) να υλοποιήσει τα συμφωνηθέντα του τρίτου Μνημονίου, ενώ εκπέμπουν τον κώδωνα κινδύνου για την… επανεμφάνιση του Grexit.

----
Για ύφεση-σοκ στο 4% κάνει λόγο η Citigroup

Οι εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου έχουν πολύ μεγάλη σημασία για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας, επισημαίνουν οι αναλυτές της Citigroup, προσπαθώντας να προβλέψουν το αποτέλεσμα της κάλπης, αλλά και το πώς αυτό θα επηρεάσει το μέλλον της χώρας.
Το ιδανικό σενάριο, σύμφωνα με τη Citigroup, θα είναι την επομένη των εκλογών να συγκροτηθεί κυβέρνηση εθνικής ενότητας, που θα εφαρμόσει πλήρως το πρόγραμμα των μεταρρυθμίσεων, σε συνδυασμό με μια ουσιαστική αναδιάρθρωση του χρέους - ένα σενάριο ικανό να κάνει λιγότερο πιθανό το ενδεχόμενο του Grexit,
Ωστόσο, όπως επισημαίνουν, βασιζόμενοι στα στοιχεία που υπάρχουν από τις δημοσκοπήσεις, η έκβαση των εκλογών στην Ελλάδα είναι αβέβαιη, με πιθανότερο αποτέλεσμα να αναδειχθεί πρώτο κόμμα ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος, όμως, δεν θα συγκεντρώσει απόλυτη πλειοψηφία και το πιο πιθανόν είναι να σχηματιστεί κυβέρνηση με ένα έως τρία μικρότερα κόμματα.
Στην ανάλυσή της με τίτλο «Greece: Why the September 20 Elections Matter», η Citigroup εκτιμά ότι η νέα κυβέρνηση της Ελλάδας, όποια κι αν είναι αυτή, θα δυσκολευτεί να εφαρμόσει τους φιλόδοξους όρους του τρίτου Μνημονίου και να επιτύχει τους δημοσιονομικούς στόχους.
Σύμφωνα με το βασικό σενάριο της Citigroup, ο ΣΥΡΙΖΑ κερδίζει τις εκλογές με μικρή διαφορά από τη ΝΔ και το αποτέλεσμα είναι μια κυβέρνηση συνασπισμού στην οποία θα συμμετέχουν είτε το Ποτάμι και το ΠΑΣΟΚ είτε άλλα τρία κόμματα, στην απίθανη περίπτωση που μπουν στη Βουλή και οι Ανεξάρτητοι Ελληνες. Ένα τέτοιο σενάριο θα είναι, πιθανότατα, το καλύτερο δυνατό από επενδυτική σκοπιά.
Ωστόσο, η Citigroup εκτιμά ότι ένας τέτοιος συνασπισμός είναι σχεδόν αδύνατο να καταφέρει να κλείσει τετραετία, ενώ επισημαίνει ότι η ΝΔ, ακόμη κι αν είναι στην αντιπολίτευση, με τη στάση που κρατά στο θέμα της διάσωσης της χώρας, θα διασφαλίσει πιο ευρεία υποστήριξη για την εφαρμογή του προγράμματος, από ό,τι αν βρίσκεται στην αντιπολίτευση ο ΣΥΡΙΖΑ.
Ένα δεύτερο σενάριο είναι να νικήσει η Νέα Δημοκρατία και να σχηματίσει κυβέρνηση σε συνεργασία με το Ποτάμι και το ΠΑΣΟΚ ή ακόμη και με τη συναίνεση του ΣΥΡΙΖΑ.
Η Citigroup, ωστόσο, θεωρεί ότι ένα τέτοιο σχήμα θα είναι, στην πράξη, πιο «αδύναμο», ενώ αυξάνει τον κίνδυνο η πρώτη αναθεώρηση του προγράμματος είτε να ολοκληρωθεί ελλιπής είτε να καθυστερήσει, ενδεχομένως μέχρι τις αρχές του 2016, με αρνητικό αντίκτυπο στο χρονοδιάγραμμα των συζητήσεων για το χρέος.
Μεσοπρόθεσμα, η Citigroup εξακολουθεί να αμφιβάλλει ότι οι οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που θα διαμορφωθούν μετά τις εκλογές εξασφαλίζουν τη θέση της Ελλάδας στην Ευρωζώνη μακροπρόθεσμα. Σε αυτό το πλαίσιο βλέπει ότι η όποια ελληνική κυβέρνηση σχηματιστεί θα είναι ασταθής.
Αναφορικά με το τι θα μπορούσε να κάνει λιγότερο πιθανό το Grexit, το ιδανικό σενάριο θα είναι να σχηματιστεί μία ευρεία κυβέρνηση εθνικής ενότητας, η οποία θα εφαρμόσει πλήρως το πρόγραμμα των μεταρρυθμίσεων, σε συνδυασμό με αυξημένη υποστήριξη από τους πιστωτές για ουσιαστική αναδιάρθρωση του χρέους.
Η Citigroup παραδέχεται ότι η εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας είναι πιο θετική απ' ό,τι προέβλεπε, αλλά εκτιμά ότι η επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών είναι πιθανό να οδηγήσει σε περαιτέρω επιδείνωση των δημοσίων οικονομικών.
Επιπλέον, τα capital controls και η πολιτική αβεβαιότητα θα οδηγήσουν σε ύφεση την οικονομία στο δεύτερο εξάμηνο και μάλιστα της τάξεως του 3%-4% στο τρίτο τρίμηνο, σε σχέση με το δεύτερο τρίμηνο του έτους.


Teneo Intelligence: Απογοήτευση και απάθεια κυριαρχούν

Λίγες ημέρες πριν την κρίσιμη εκλογική μάχη η διάσημη αμερικανική εταιρία ανάλυσης πολιτικού ρίσκου Teneo Intelligence, που παρακολουθεί στενά τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα, αναφέρεται στις εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου.
Στην ανάλυση της αναδεικνύει σε σημαντικό παράγοντα τους αναποφάσιστους αφού όπως αναφέρει, σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, το 8% - 10% των ψηφοφόρων δηλώνει αναποφάσιστο, ενώ ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Δημοκρατία βρίσκονται κοντά στις μετρήσεις.
Στο μεταξύ, οι αναλυτές βλέπουν πως η ΝΔ έχει ανακτήσει τη δημοτικότητά της, κυρίως στον Βαγγέλη Μεϊμαράκη, ο οποίος δείχνει πιο «ανθρώπινος», χρησιμοποιεί αργκό στις ομιλίες του και δεν δείχνει φιλόδοξος.
Η Teneo Intelligence επισημαίνει πως το ποσοστό προσέλευσης στις κάλπες μπορεί να καθορίσει το αποτέλεσμα, καθώς ενδέχεται να επηρεαστεί το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα «αν οι νέοι αποφασίσουν να μείνουν στο σπίτι».
Όπως εξηγεί η εταιρία ανάλυσης αυτό μπορεί να αποτελέσει σημαντικό πρόβλημα για τον ΣΥΡΙΖΑ, καθώς οι ψηφοφόροι «δείχνουν να μην ενδιαφέρονται, με την απογοήτευση και την απάθεια να κυριαρχούν».
Όλα αυτά ενώ η προεκλογική καμπάνια των κομμάτων δε δείχνει να επηρεάζει σημαντικά τους ψηφοφόρους και ενώ το κλίμα στη χώρα, όπως παρατηρεί η εταιρία, δεν προμηνύει σε καμία περίπτωση πως την ερχόμενη Κυριακή θα διεξαχθούν εκλογές.
Στην ανάλυση γίνεται εκτενής αναφορά στον ΣΥΡΙΖΑ και τον Αλέξη Τσίπρα. Σύμφωνα με την Teneo, ο Αλέξης Τσίπρας έχει χάσει τη λάμψη του και πλέον δεν εμπνέει τους ψηφοφόρους καθώς απέτυχε σε σημαντικούς τομείς όπως η καταπολέμηση της διαφθοράς. Ένα ακόμα αρνητικό στοιχείο του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι δεν ανέδειξε νέα πρόσωπα αυτούς τους μήνες με αποτέλεσμα στις λίστες να βρίσκονται οι ίδιοι.
«Δεν είναι ξεκάθαρο αν είναι αποφασισμένος να κερδίσει τις εκλογές» αναφέρει χαρακτηριστικά. Η αποτυχία να σημειώσει πρόοδο στον αγώνα κατά της διαφθοράς, έχει απομακρύνει πολλούς από εκείνους που ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ στις προηγούμενες εκλογές, επισημαίνει η εταιρία ανάλυσης.
Ανεξαρτήτως του αποτελέσματος, πάντως, η Teneo Intelligence προβλέπει πως όποιο κόμμα επικρατήσει θα χρειαστεί να συγκυβερνήσει για να σχηματιστεί κυβέρνηση πλειοψηφίας. Επομένως, ο νικητής θα αναγκαστεί να αναζητήσει συμμάχους, καθώς όπως αναφέρει η εταιρία ανάλυσης φαντάζει αδύνατη μία κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ.
«Ενώ ο Τσίπρας έχει απορρίψει οποιαδήποτε συμφωνία με την ΝΔ ως αφύσικη, ο Μεϊμαράκης μοιάζει να είναι περισσότερο ανοιχτός στην ιδέα, αλλά με την προϋπόθεση ότι ο Αλέξης Τσίπρας δε θα είναι και πάλι πρωθυπουργός. Πέραν αυτού, μία κυβέρνηση μεγάλου συνασπισμού μπορεί να δώσει στη νεοφασιστική Χρυσή Αυγή τον τίτλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, κάτι που αμφότεροι ΣΥΡΙΖΑ, και ΝΔ θέλουν να αποφύγουν», αναφέρει έκθεση της Teneo Intelligence. Όλα αυτά, οδηγούν στο συμπέρασμα πως το ΠΑΣΟΚ και το Ποτάμι δείχνουν οι πιο πιθανοί σύμμαχοι είτε για το κόμμα του Τσίπρα, είτε για το κόμμα του Μεϊμαράκη.


«Telegraph» : Ένα θαύμα χρειάζεται η Ελλάδα για να σωθεί
Μπορεί οι εκλογές της Κυριακής 20 Σεπτεμβρίου 2015 να φέρουν πολιτική σταθερότητα, ωστόσο η Ελλάδα χρειάζεται ένα... θαύμα για να πετύχει τους ετήσιους δημοσιονομικούς στόχους.
Στο δημοσίευμα της βρετανικής εφημερίδας «Telegraph», τονίζεται ότι βάσει των τελευταίων δημοσκοπήσεων ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ, ούτε η Νέα Δημοκρατία φαίνεται να έχουν τη δυνατότητα να κερδίσουν ικανό ποσοστό των ψήφων ώστε να σχηματίσουν αυτοδύναμη κυβέρνηση. Αυτό σημαίνει ότι η επόμενη ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί να προέλθει παρά από συνεργασία κομμάτων, με την Telegraph, πάντως, να μην τολμά να κάνει προβλέψεις για το ποια μπορεί να είναι αυτά.
Το σίγουρο, τονίζει η βρετανική εφημερίδα, είναι ότι δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια αλλαγής των όρων του Μνημονίου, με δεδομένο άλλωστε ότι τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και η Νέα Δημοκρατία, τονίζουν ότι βασικός τους στόχος είναι η παραμονή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη.
Όσο για την ελληνική οικονομία, η μόνη ελπίδα της – σύμφωνα πάντα με την Telegraph – είναι ένα θαύμα, καθώς οι περισσότεροι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι μπορεί οι εκλογές να φέρουν, τελικά, πολιτική σταθερότητα, αλλά είναι σχεδόν αδύνατο για τη νέα κυβέρνηση να επιτύχει τους ετήσιους δημοσιονομικούς στόχους.
«Οι όροι της συμφωνίας μπορεί να επιτευχθούν μόνο εκ θαύματος», υποστηρίζει ο Ashoka Mody, πρώην κορυφαίο στέλεχος του ΔΝΤ.
Η επιβολή των capital controls, η ανάγκη να στηριχθούν οι τράπεζες με το ποσό των 25 δισ. ευρώ, οι αυξήσεις φόρων και οι μειώσεις δαπανών, εκτιμάται ότι θα επιτείνουν το σπιράλ της ύφεσης.
«Όπως συνέβη και με τις προηγούμενες συμφωνίες, οι εκτιμήσεις για την οικονομική ανάπτυξη δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα και τη σκληρή λιτότητα που επιβάλλεται», συνεχίζει ο Mody και προσθέτει ότι «οι στόχοι ανάπτυξης δεν θα επιτευχθούν και ο αποπληθωρισμός θα είναι πιο επιθετικός απ' ότι εκτιμάται, λόγω και της αδύναμης παγκόσμιας οικονομίας. Το χρέος θα συνεχίσει να αυξάνει και όλοι στο τέλος θα κατηγορούν τους ίδιους τους Έλληνες».
Υπάρχει, άραγε, τέλος σε όλο αυτόν τον διαφαινόμενο φαύλο κύκλο; «Όχι και τόσο σύντομα», σπεύδει να υπογραμμίσει η Telegraph, καθώς υπάρχουν και ορισμένα θέματα που αφορούν τη συμφωνία που δεν έχουν ακόμη επιλυθεί, με σημαντικότερη τη συμμετοχή ή όχι του ΔΝΤ στη χρηματοδότηση του νέου προγράμματος στήριξης.
Το ΔΝΤ ζητά μείωση του ελληνικού χρέους, αλλά οι Ευρωπαίοι υποστηρίζουν ότι πρώτα θα πρέπει να δουν την Αθήνα να φέρει σε πέρας μέρος της συμφωνίας πριν προχωρήσουν σε οποιαδήποτε συζήτηση για το συγκεκριμένο θέμα.
Η πρώτη αξιολόγηση ήταν προγραμματισμένη για τον Οκτώβριο, αλλά εξαιτίας των πρόωρων εκλογών αναμένεται ότι θα μετατεθεί.
Κανείς, πάντως, δεν μπορεί να θεωρήσει δεδομένη τη συμμετοχή του ΔΝΤ, καθώς οι προτάσεις του για τη μείωση του ελληνικού χρέους – εκτιμάται ότι θα φθάσει στο 200% του ΑΕΠ φέτος – είναι πολύ πιο ριζοσπαστικές από αυτές που μπορούν να «αντέξουν» οι Ευρωπαίοι ηγέτες.
Το άλλο βασικό ερώτημα, σύμφωνα με την «Telegraph», είναι το τραπεζικό σύστημα της Ελλάδας. Η ΕΚΤ υπολογίζει ότι θα χρειαστούν 25 δισ. για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Η προθεσμία για να ολοκληρωθεί αυτή είναι τα τέλη του χρόνου, καθώς στη συνέχεια οι νέοι νόμοι της ΕΕ θα αλλάξουν εντελώς την εικόνα σε αυτό το θέμα και οι καταθέτες και οι ομολογιούχοι θα είναι αντιμέτωποι με το κόστος της ανακεφαλαιοποίησης.


Capital Economics: Ο κίνδυνος του Grexit δεν μπορεί να αποκλειστεί

Όποιο κόμμα κι αν αναδειχθεί πρώτο στην εκλογική αναμέτρηση της Κυριακής, είναι βέβαιο ότι θα τηρήσει τους όρους του νέου μνημονίου, τουλάχιστον σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. Ωστόσο, ακόμη και μία φίλα προσκείμενη στη λιτότητα κυβέρνηση θα δυσκολευθεί να πετύχει τους δημοσιονομικούς στόχους που έχουν τεθεί λόγω της επιδείνωσης της ελληνικής οικονομίας, σημειώνει η Capital Economics σε νέα έκθεσή της.
Όπως προειδοποιεί, η δυναμική της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους έχει υποβαθμιστεί και οι εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου δεν αναμένεται να βάλουν φρένο στην ελληνική κρίση.
Σε ό,τι αφορά το ελληνικό εκλογικό θρίλερ και τα σενάρια για την επόμενη μέρα, η Capital Economics επισημαίνει πως ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΝΔ δίνουν μάχη για την πρώτη θέση, ωστόσο δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα αναδειχθεί πρώτο κόμμα.
Σε περίπτωση νίκης του ΣΥΡΙΖΑ το πιο πιθανό σενάριο αφορά στον σχηματισμό κυβέρνησης με το ΠΑΣΟΚ, σημειώνει. Μια τέτοια κυβέρνηση θα εφαρμόσει τους όρους του μνημονίου, όμως σταδιακά θα ασκήσει πιέσεις για λιγότερη λιτότητα και άμεση ελάφρυνση χρέους.
Το γεγονός αυτό θα προκαλέσει νέο ρήγμα στις σχέσεις Ελλάδας - δανειστών και το νέο πρόγραμμα δεν αποκλείεται, ακόμη και να καταρρεύσει.
Σε ό,τι αφορά το σενάριο που θέλει κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΝΔ, η Capital Economics θεωρεί πως ένα τέτοιο σχήμα θα καταρρεύσει, δεδομένων των μεγάλων ιδεολογικών διαφορών που χωρίζουν τα δύο αυτά κόμματα.
Το πιο θετικό σενάριο για τη χώρα -αλλά όχι και το πιο πιθανό- θα ήταν ο σχηματισμός κυβέρνησης συνασπισμού υπό τη ΝΔ, χωρίς τον ΣΥΡΙΖΑ, με τη συμμετοχή του Ποταμιού, σύμφωνα με την Capital Economics, καθώς θα ήταν μια κυβέρνηση που θα ενέπνεε εμπιστοσύνη στους δανειστές και τις αγορές.
Όπως καταλήγει, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των εκλογών, η Ελλάδα δεν θα μπορέσει να επιτύχει τους φιλόδοξους στόχους του νέου μνημονίου και θα απαιτηθεί πρόσθετη λιτότητα. Ο κίνδυνος του Grexit δεν μπορεί να αποκλειστεί.

Council of Europe